Σύμφωνα με εκπροσώπους του κλάδου σε 10 χρόνια δεν θα υπάρχει χημική βιομηχανία στην Ευρώπη
Η ευρωπαϊκή χημική βιομηχανία βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι.
Από τη μία πλευρά, πολυεθνικοί όμιλοι όπως η BASF μεταφέρουν δραστηριότητες εκτός Ευρώπης — ακόμη και θέσεις εργασίας από το Βερολίνο προς την Ινδία — προκαλώντας έντονες αντιδράσεις εργαζομένων και πολιτικών.
Από την άλλη, οι ίδιες οι επιχειρήσεις και τα λόμπι τους υποστηρίζουν ότι η αυστηρή κλιματική πολιτική της ΕΕ και το υψηλό ενεργειακό κόστος καθιστούν την παραγωγή ολοένα και λιγότερο βιώσιμη.
Η εικόνα της κατάρρευσης
Η ένωση της ευρωπαϊκής χημικής βιομηχανίας CEFIC — από τα ισχυρότερα λόμπι στις Βρυξέλλες - προειδοποιεί εδώ και χρόνια για «αποβιομηχάνιση».
Σε διαδοχικές εκθέσεις της καταγράφει απώλεια μεριδίων αγοράς έναντι της Κίνας, κλείσιμο εργοστασίων και κατάρρευση επενδύσεων.
Τα στοιχεία που επικαλείται είναι ανησυχητικά:
• Από το 2023 έχουν κλείσει πάνω από 20 μεγάλες χημικές μονάδες στην Ευρώπη.
• Περίπου 30.000 θέσεις εργασίας έχουν χαθεί, ενώ άλλες 200.000 απειλούνται τα επόμενα πέντε χρόνια (σύμφωνα με την IndustriALL).
• Οι επενδύσεις στον κλάδο κατέρρευσαν άνω του 80% το 2025 σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ τα «λουκέτα» ξεπερνούν αριθμητικά τις νέες επενδύσεις.
Ο διευθύνων σύμβουλος της BASF, Markus Kamieth, δήλωσε ότι η Ευρώπη «έχει θεωρητικά τη δυνατότητα» να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ και την Κίνα, «αλλά στην πράξη πυροβολεί πολύ συχνά τον εαυτό της στο πόδι».
Το κόστος άνθρακα και ενέργειας
Σήμερα, οι βιομηχανίες πληρώνουν δικαιώματα περίπου 80 ευρώ ανά τόνο CO₂ στο πλαίσιο του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS).
Οι επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι το κόστος αυτό, σε συνδυασμό με τις υψηλές τιμές ενέργειας και τις ρυθμιστικές απαιτήσεις, διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα.
Η Julia Schlenz, πρόεδρος της Dow Europe, προειδοποίησε ότι «είναι πολύ σαφές πως η Ευρώπη αυτή τη στιγμή υποφέρει από έλλειψη ανταγωνιστικότητας», επισημαίνοντας ότι το κόστος άνθρακα και η κανονιστική πίεση αυξάνονται ταχύτερα από τις απαραίτητες υποδομές για την απανθρακοποίηση.
Η Dow έχει ήδη ανακοινώσει το κλείσιμο τριών μονάδων στην Ευρώπη και την περικοπή 800 θέσεων εργασίας, επικαλούμενη την ανάγκη αποχώρησης από «υψηλού κόστους και ενεργοβόρα περιουσιακά στοιχεία».
Η πραγματικότητα για τους εργαζόμενους
Στο Βερολίνο, η απόφαση της BASF να μεταφέρει εκατοντάδες θέσεις εργασίας στην Ινδία πυροδότησε μαζικές κινητοποιήσεις.
Εργαζόμενοι με πολυετή παρουσία στην εταιρεία κάνουν λόγο για «παραβίαση εμπιστοσύνης» και αιφνιδιασμό.
Όπως δήλωσε η Nicole Preuß, εργαζόμενη επί 17 χρόνια στη μονάδα:
«Ξεκινήσαμε εδώ με χαμηλότερους μισθούς και περισσότερες ώρες εργασίας. Υπέθετα ότι θα έβγαινα εδώ στη σύνταξη. Όλα είναι πολύ αιφνιδιαστικά και απογοητευτικά.»
Ο Justus Horsch, που εργάζεται στη BASF Services Europe από το 2020, πρόσθεσε:
«Μέχρι τώρα η διοίκηση έλεγε ότι η εταιρεία βρίσκεται σε καλή οικονομική κατάσταση. Δημιουργούνταν θέσεις εργασίας. Είχα θετική εικόνα για την εξέλιξη στο Βερολίνο.»
Το συμβούλιο εργαζομένων μίλησε για «εξαντλητική αβεβαιότητα», σημειώνοντας:
«Είμαστε απογοητευμένοι και φοβισμένοι. Πρόκειται για παραβίαση εμπιστοσύνης.»
Οι εργαζόμενοι ζητούν διαφάνεια και οικονομική τεκμηρίωση της απόφασης, αμφισβητώντας αν πρόκειται για αναγκαιότητα ή για καθαρή στρατηγική μεγιστοποίησης κερδών.
Απανθρακοποίηση ή αποβιομηχάνιση;
Η χημική βιομηχανία είναι από τις πιο ενεργοβόρες στην Ευρώπη.
Η διαδικασία της πυρόλυσης (steam cracking), που απαιτεί θερμοκρασίες έως 1.000°C, λειτουργεί αδιάκοπα και καταναλώνει τεράστιες ποσότητες ενέργειας. Ο εξηλεκτρισμός αυτών των διεργασιών προϋποθέτει μαζική διαθεσιμότητα φθηνής ανανεώσιμης ενέργειας — κάτι που, σύμφωνα με τη βιομηχανία, δεν υπάρχει ακόμη.
Ο Peter Huntsman, επικεφαλής της Huntsman, προειδοποίησε:
«Πότε θα κάνουμε ένα βήμα πίσω για να δούμε αν πραγματικά πετυχαίνουμε κάτι; Η χημική βιομηχανία δεν έχει άλλα δέκα χρόνια.»
Από την άλλη πλευρά, ευρωβουλευτές και περιβαλλοντικές οργανώσεις επιμένουν ότι η χαλάρωση των κανόνων δεν αποτελεί λύση. Υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να ανταγωνιστεί με χαμηλότερα πρότυπα, αλλά με ταχύτερη πρόσβαση σε ανανεώσιμη ενέργεια και καινοτομία.

Το διακύβευμα
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο τις θέσεις εργασίας στο Βερολίνο ή το κόστος των δικαιωμάτων άνθρακα.
Αφορά το μοντέλο ανάπτυξης της Ευρώπης.
Οι κλιματικοί κανονισμοί και το υψηλό ενεργειακό κόστος ασκούν ασφυκτική πίεση στη χημική βιομηχανία. Όμως η χαλάρωση τους ενδέχεται να υπονομεύσει τον στόχο της πράσινης μετάβασης και της ενεργειακής ανεξαρτησίας.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει:
Θα μπορέσει η Ευρώπη να διατηρήσει τη βιομηχανική της βάση μέσα από μια δύσκολη αλλά οργανωμένη μετάβαση — ή θα δει τις μονάδες και τις θέσεις εργασίας να μεταφέρονται σταδιακά εκτός συνόρων;
www.bankingnews.gr
Από τη μία πλευρά, πολυεθνικοί όμιλοι όπως η BASF μεταφέρουν δραστηριότητες εκτός Ευρώπης — ακόμη και θέσεις εργασίας από το Βερολίνο προς την Ινδία — προκαλώντας έντονες αντιδράσεις εργαζομένων και πολιτικών.
Από την άλλη, οι ίδιες οι επιχειρήσεις και τα λόμπι τους υποστηρίζουν ότι η αυστηρή κλιματική πολιτική της ΕΕ και το υψηλό ενεργειακό κόστος καθιστούν την παραγωγή ολοένα και λιγότερο βιώσιμη.
Η εικόνα της κατάρρευσης
Η ένωση της ευρωπαϊκής χημικής βιομηχανίας CEFIC — από τα ισχυρότερα λόμπι στις Βρυξέλλες - προειδοποιεί εδώ και χρόνια για «αποβιομηχάνιση».
Σε διαδοχικές εκθέσεις της καταγράφει απώλεια μεριδίων αγοράς έναντι της Κίνας, κλείσιμο εργοστασίων και κατάρρευση επενδύσεων.
Τα στοιχεία που επικαλείται είναι ανησυχητικά:
• Από το 2023 έχουν κλείσει πάνω από 20 μεγάλες χημικές μονάδες στην Ευρώπη.
• Περίπου 30.000 θέσεις εργασίας έχουν χαθεί, ενώ άλλες 200.000 απειλούνται τα επόμενα πέντε χρόνια (σύμφωνα με την IndustriALL).
• Οι επενδύσεις στον κλάδο κατέρρευσαν άνω του 80% το 2025 σε σχέση με το προηγούμενο έτος, ενώ τα «λουκέτα» ξεπερνούν αριθμητικά τις νέες επενδύσεις.
Ο διευθύνων σύμβουλος της BASF, Markus Kamieth, δήλωσε ότι η Ευρώπη «έχει θεωρητικά τη δυνατότητα» να ανταγωνιστεί τις ΗΠΑ και την Κίνα, «αλλά στην πράξη πυροβολεί πολύ συχνά τον εαυτό της στο πόδι».
Το κόστος άνθρακα και ενέργειας
Σήμερα, οι βιομηχανίες πληρώνουν δικαιώματα περίπου 80 ευρώ ανά τόνο CO₂ στο πλαίσιο του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ETS).
Οι επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι το κόστος αυτό, σε συνδυασμό με τις υψηλές τιμές ενέργειας και τις ρυθμιστικές απαιτήσεις, διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα.
Η Julia Schlenz, πρόεδρος της Dow Europe, προειδοποίησε ότι «είναι πολύ σαφές πως η Ευρώπη αυτή τη στιγμή υποφέρει από έλλειψη ανταγωνιστικότητας», επισημαίνοντας ότι το κόστος άνθρακα και η κανονιστική πίεση αυξάνονται ταχύτερα από τις απαραίτητες υποδομές για την απανθρακοποίηση.
Η Dow έχει ήδη ανακοινώσει το κλείσιμο τριών μονάδων στην Ευρώπη και την περικοπή 800 θέσεων εργασίας, επικαλούμενη την ανάγκη αποχώρησης από «υψηλού κόστους και ενεργοβόρα περιουσιακά στοιχεία».
Η πραγματικότητα για τους εργαζόμενους
Στο Βερολίνο, η απόφαση της BASF να μεταφέρει εκατοντάδες θέσεις εργασίας στην Ινδία πυροδότησε μαζικές κινητοποιήσεις.
Εργαζόμενοι με πολυετή παρουσία στην εταιρεία κάνουν λόγο για «παραβίαση εμπιστοσύνης» και αιφνιδιασμό.
Όπως δήλωσε η Nicole Preuß, εργαζόμενη επί 17 χρόνια στη μονάδα:
«Ξεκινήσαμε εδώ με χαμηλότερους μισθούς και περισσότερες ώρες εργασίας. Υπέθετα ότι θα έβγαινα εδώ στη σύνταξη. Όλα είναι πολύ αιφνιδιαστικά και απογοητευτικά.»
Ο Justus Horsch, που εργάζεται στη BASF Services Europe από το 2020, πρόσθεσε:
«Μέχρι τώρα η διοίκηση έλεγε ότι η εταιρεία βρίσκεται σε καλή οικονομική κατάσταση. Δημιουργούνταν θέσεις εργασίας. Είχα θετική εικόνα για την εξέλιξη στο Βερολίνο.»
Το συμβούλιο εργαζομένων μίλησε για «εξαντλητική αβεβαιότητα», σημειώνοντας:
«Είμαστε απογοητευμένοι και φοβισμένοι. Πρόκειται για παραβίαση εμπιστοσύνης.»
Οι εργαζόμενοι ζητούν διαφάνεια και οικονομική τεκμηρίωση της απόφασης, αμφισβητώντας αν πρόκειται για αναγκαιότητα ή για καθαρή στρατηγική μεγιστοποίησης κερδών.
Απανθρακοποίηση ή αποβιομηχάνιση;
Η χημική βιομηχανία είναι από τις πιο ενεργοβόρες στην Ευρώπη.
Η διαδικασία της πυρόλυσης (steam cracking), που απαιτεί θερμοκρασίες έως 1.000°C, λειτουργεί αδιάκοπα και καταναλώνει τεράστιες ποσότητες ενέργειας. Ο εξηλεκτρισμός αυτών των διεργασιών προϋποθέτει μαζική διαθεσιμότητα φθηνής ανανεώσιμης ενέργειας — κάτι που, σύμφωνα με τη βιομηχανία, δεν υπάρχει ακόμη.
Ο Peter Huntsman, επικεφαλής της Huntsman, προειδοποίησε:
«Πότε θα κάνουμε ένα βήμα πίσω για να δούμε αν πραγματικά πετυχαίνουμε κάτι; Η χημική βιομηχανία δεν έχει άλλα δέκα χρόνια.»
Από την άλλη πλευρά, ευρωβουλευτές και περιβαλλοντικές οργανώσεις επιμένουν ότι η χαλάρωση των κανόνων δεν αποτελεί λύση. Υποστηρίζουν ότι η Ευρώπη δεν μπορεί να ανταγωνιστεί με χαμηλότερα πρότυπα, αλλά με ταχύτερη πρόσβαση σε ανανεώσιμη ενέργεια και καινοτομία.

Το διακύβευμα
Η συζήτηση δεν αφορά μόνο τις θέσεις εργασίας στο Βερολίνο ή το κόστος των δικαιωμάτων άνθρακα.
Αφορά το μοντέλο ανάπτυξης της Ευρώπης.
Οι κλιματικοί κανονισμοί και το υψηλό ενεργειακό κόστος ασκούν ασφυκτική πίεση στη χημική βιομηχανία. Όμως η χαλάρωση τους ενδέχεται να υπονομεύσει τον στόχο της πράσινης μετάβασης και της ενεργειακής ανεξαρτησίας.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει:
Θα μπορέσει η Ευρώπη να διατηρήσει τη βιομηχανική της βάση μέσα από μια δύσκολη αλλά οργανωμένη μετάβαση — ή θα δει τις μονάδες και τις θέσεις εργασίας να μεταφέρονται σταδιακά εκτός συνόρων;
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών